έπειμι

(I)
ἔπειμι (Α) [ειμί]
1. είμαι, βρίσκομαι πάνω από κάποιον («κάρη ὤμοισιν ἐπείη», Ομ. Ιλ.)
2. (για ονόματα) είμαι, υπάρχω πάνω σε κάτι, προσυπάρχω («οὐκ ἔπεστι ἐπωνυμίη Περσέι», Ηρόδ.)
3. (για αμοιβές, ποινές) επακολουθώ («εἰ δ' ἔπεστι νέμεσις», Σοφ.)
4. απόλ. απρόσ. ἔπεστι
πάρεστι*
5. βρίσκομαι στην κατοχή κάποιου («ἀνέρας, οἶσιν ἔπεστι μέγα κράτος ἐνθάδε τιμῆς», Ύμν. εις Δήμ.)
6. επίκειμαι, απειλώ («ὅπου γὰρ ἐπόντος τοῡ φόβου τούτου», Δημοσθ.)
7. (για χρόνο) απομένω, υπολείπομαι («ἀλλ' ἔτι πού τις ἐπέσσεται», Ομ. Οδ.)
8. είμαι επικεφαλής, προΐσταμαι («τούτοισι πᾱσι... ἐπῆσαν... ἡγεμόνες», Ηρόδ.)
9. (για αριθμό) προστίθεμαι σε άλλο αριθμό («χιλιάδες τε ἔπεισι ἐπὶ ταύτησι ἑπτά», Ηρόδ.)
10. προστίθεμαι ως επιβεβαίωση («ἔξορκος ἐπέσσεται», Πίνδ.)
11. ανήκω επί πλέον
12. ἔπι αντί ἔπεστι
υπάρχει («ἐπεὶ οὔ τοι ἔπι δέος», Ομ. Ιλ.).
————————
(II)
ἔπειμι (Α) [είμι]
1. (με εχθρ. σημ.) επιτίθεμαι εναντίον κάποιου («Αἰνείαν ἐπιόντα πόδας ταχύν, ὅς μοι ἔπεισιν», Ομ. Ιλ.)
2. πλησιάζω κάποιον («ἕδρης ἐπιόντι», Ομ. Οδ.)
3. ανεβαίνω στο βήμα να μιλήσω («οἱ δέ [Λακεδαιμόνιοι] ἐκέλευόν τε ἐπιέναι», Θουκ.)
4. έρχομαι σε συμπόσιο μετά από κάτι («ἐπὶ τούτῳ ἐπιόντες οἱ Μαντινεῑς... ᾔεσάν τε ἐν ῥυθμῷ», Ξεν.)
5. (για κακό) φθάνω, βρίσκω («πρίν μιν καὶ γῆρας ἔπεισιν», Ομ. Ιλ.)
6. απόλ. ενσκήπτω («νὺξ ἐπῄει», Αισχύλ.)
7. πηγαίνω σ' ένα μέρος («ἐγὼ πολυδένδρεον ἀγρὸν ἔπειμι», Ομ. Οδ.)
8. (με δοτ. προσ.) έρχεται στο μυαλό μου, μού 'ρχεται («εἰ καὶ ἐπίοι αὐτῷ λέγειν», Πλάτ.)
9. (με δοτ.) πλησιάζω («ὀρυμαγδὸς ἐπήϊον ἐρχομένοισι», Ομ. Ιλ.)
10. (για χρόνο) έρχομαι πάνω στην ώρα ή αμέσως μετά
11. διαδέχομαι, ακολουθώ («κύματα... βάντ' ἐπιόντα τ' ἴδῃ», Σοφ.)
12. περνώ («ἐπιόντος τοῡ χρόνου», Πλάτ.)
13. (για αξιωματικό) επισκέπτομαι για επιθεώρηση
14. ερευνώ, αναλαμβάνω ένα ζήτημα
15. απαριθμώ («φώκας μέντοι πρῶτον ἀριθμήσει καὶ ἔπεισιν», Ομ. Οδ.)
16. διαβάζω
17. (μτχ.) ἐπιών, -οῡσα, -όν
επόμενος, προσεχής («τὴν ἐπιοῡσαν ἡμέραν», Αριστοφ.)
18. φρ. «ὁ ἐπιών
ακόλουθος, διάδοχος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔπειμι — 1 sum pres ind act 1st sg ἔπειμι 2 ibo pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιόν — ἔπειμι 1 sum pres part act masc voc sg (doric) ἔπειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc sg (doric) ἐπϊόν , ἔπειμι 1 sum pres part act masc voc sg ἐπϊόν , ἔπειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc sg ἔπειμι 2 ibo pres part act masc voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιόντα — ἔπειμι 1 sum pres part act masc acc sg (doric) ἔπειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc pl (doric) ἐπϊόντα , ἔπειμι 1 sum pres part act masc acc sg ἐπϊόντα , ἔπειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc pl ἔπειμι 2 ibo pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιόντων — ἔπειμι 1 sum pres part act masc/neut gen pl (doric) ἐπϊόντων , ἔπειμι 1 sum pres imperat act 3rd pl (attic) ἐπϊόντων , ἔπειμι 1 sum pres part act masc/neut gen pl ἔπειμι 2 ibo pres imperat act 3rd pl ἔπειμι 2 ibo pres part act masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιουσῶν — ἔπειμι 1 sum pres part act fem gen pl (doric) ἐπϊουσῶν , ἔπειμι 1 sum pres part act fem gen pl (attic epic doric ionic) ἔπειμι 2 ibo pres part act fem gen pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιοῖσα — ἔπειμι 1 sum pres part act fem nom/voc sg (doric) ἐπϊοῖσα , ἔπειμι 1 sum pres part act fem nom/voc sg (doric aeolic) ἔπειμι 2 ibo pres part act fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιοῦσα — ἔπειμι 1 sum pres part act fem nom/voc sg (doric) ἐπϊοῦσα , ἔπειμι 1 sum pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) ἔπειμι 2 ibo pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιοῦσαι — ἔπειμι 1 sum pres part act fem nom/voc pl (doric) ἐπϊοῦσαι , ἔπειμι 1 sum pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) ἔπειμι 2 ibo pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιοῦσαν — ἔπειμι 1 sum pres part act fem acc sg (doric) ἐπϊοῦσαν , ἔπειμι 1 sum pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) ἔπειμι 2 ibo pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιοῦσι — ἔπειμι 1 sum pres part act masc/neut dat pl (doric) ἐπϊοῦσι , ἔπειμι 1 sum pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἔπειμι 2 ibo pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.